στο λεξικό PONS
χέρι [ˈçɛri] SUBST ουδ
1. χέρι (από τους καρπούς και κάτω):
- χέρι
- Hand θηλ
- δίνω το χέρι μου σε κάποιον (για χαιρετισμό)
- jdm die Hand geben
- δώσανε τα χέρια (για χαιρετισμό)
- sie gaben sich die Hand
- δώσανε τα χέρια μτφ (συμφιλιώθηκαν)
- sie haben sich versöhnt
- δώσε μου το χέρι σου
- gib mir deine Hand
- κρατώ κάτι στο χέρι μου
- etw in der Hand halten
- απλώνω χέρι σε κάποιον
- jdn anrühren
- σηκώνω χέρι σε κάποιον
- die Hand gegen jdn erheben
- αν σε πιάσω στα χέρια μου …
- wenn ich dich in die Finger kriege …
- έρχομαι στα χέρια
- handgreiflich werden
- ψηλά τα χέρια!
- Hände hoch!
- κάτω/μακριά τα χέρια (από …)!
- Finger weg (von …)!
- χτυπώ το χέρι στο τραπέζι
- (mit der Faust) auf den Tisch hauen
- κόλλα το (χέρι)!
- Hand drauf!
- βάζω χέρι σε κάποιον/κάτι (πιάνω, αγγίζω)
- jdn/etw anfassen
- ποιος έβαλε χέρι στο γραφείο μου;
- wer ist an meinen Schreibtisch gegangen?
- παίρνω κάτι στα χέρια μου (το αναλαβαίνω)
- etw in die Hand nehmen
- η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια του (την ανέλαβε)
- die Sache befindet sich in seinen Händen
- είμαι/βρίσκομαι σε καλά χέρια
- in guten Händen sein
- η υπόθεση είναι στο χέρι του (εξαρτάται απ' αυτόν)
- die Sache liegt in seiner Hand
- βάζω ένα χέρι σε κάτι (βοηθώ)
- an etw αιτ mit Hand anlegen
- έχω κάποιον στο χέρι μου
- jdn in der Hand haben
- έχω το πάνω χέρι
- die Oberhand haben
- μας έχει του χεριού του
- wir müssen nach seiner Pfeife tanzen
- έχω τα χέρια μου δεμένα
- mir sind die Hände gebunden
- αυτό μας έκοψε τα χέρια
- das hat uns in unserer Handlungsfreiheit (stark) eingeschränkt
- μας λείπουν χέρια (για δουλειά)
- wir brauchen Verstärkung
- πάω από χέρι σε χέρι
- von Hand zu Hand gehen
- από πρώτο/δεύτερο χέρι
- aus erster/zweiter Hand
- βάζω το χέρι μου σε κάτι (αρχίζω κάποια δουλειά)
- etw in die Hand nehmen
- αφήνω κάτι από τα χέρια μου (κάτι το αγαπημένο)
- etw aus der Hand geben
- δεν πιάνουν τα χέρια του
- er hat zwei linke Hände
- έχω μακρύ χέρι
- ein Langfinger sein
- έχω καθαρά χέρια μτφ
- eine reine Weste haben
- περπατούσαν χέρι-χέρι
- sie gingen Hand in Hand
- με άδεια χέρια
- mit leeren Händen
- βάζω το χέρι μου στη φωτιά για κάτι
- für etw seine Hand ins Feuer legen
- είμαι το δεξί χέρι κάποιου
- jds rechte Hand sein
- το 'να χέρι νίβει τ' άλλο παροιμ
- eine Hand wäscht die andere
- κανόνας αρσ του αριστερού χεριού ΗΛΕΚ
- Linke-Hand-Regel θηλ
- υγιεινή θηλ χεριών
- Handhygiene θηλ
2. χέρι (από τον ώμο ως τους καρπούς):
- χέρι
- Arm αρσ
- παίρνω ένα παιδί στα χέρια μου
- ein Kind auf den Arm nehmen
- με σταυρωμένα (τα) χέρια
- mit verschränkten Armen
- κάθομαι με σταυρωμένα (τα) χέρια μτφ (δεν κάνω τίποτα)
- Däumchen drehen
3. χέρι (λαβή):
- χέρι
- Griff αρσ
4. χέρι (στο βάψιμο):
- χέρι
- Anstrich αρσ
- θα το περάσω ακόμα ένα χέρι
- ich streiche noch einmal drüber
- πρώτο χέρι
- Grundanstrich αρσ
- δεύτερο/τρίτο χέρι
- zweiter/dritter Anstrich αρσ
5. χέρι (σε έρευνα, διάβασμα: πέρασμα):
- χέρι
- Durchgang αρσ
χέρι SUBST
- το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο παροιμ
- eine Hand wäscht die andere
χέρι SUBST
- βάζω χέρι σε κάποιον (παρενοχλώ σεξουαλικά) οικ
- jdn begrapschen
- της έβαλε χέρι οικ
- er hat sie begrapscht
- βάζω χέρι στο ταμείο οικ
- in die Kasse greifen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περπατούσαν χέρι-χέρι
- sie gingen Hand in Hand
- πάω από χέρι σε χέρι
- von Hand zu Hand gehen
- πρώτο χέρι
- Grundanstrich αρσ
- στ' αριστερό σου χέρι (στ' αριστερά σου)
- auf der linken Seite/zu deiner Linken
- σφίγγω το χέρι κάποιου
- jdm die Hand drücken