στο λεξικό PONS
φυτ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [fiˈtɛvɔ] VERB μεταβ
1. φυτεύω (φυτό):
- φυτεύω
- pflanzen
2. φυτεύω (κήπο κτλ):
- φυτεύω με
- bepflanzen mit
3. φυτεύω μτφ:
- φυτεύω κάτι σε κάποιον
- jdm etw einpflanzen
4. φυτεύω (σφαίρα):
- φυτεύω μια σφαίρα σε κάποιον
- jdn anschießen/auf jdn schießen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φυτεύω κάτι σε κάποιον
- jdm etw einpflanzen
- φυτεύω μια σφαίρα σε κάποιον
- jdn anschießen/auf jdn schießen