στο λεξικό PONS
αθλητής (αθλήτρια) [aθliˈtis, aˈθlitria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- αθλητής (αθλήτρια)
- Sportler(in) αρσ (θηλ)
- αθλητής (αθλήτρια)
- Athlet(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αθλητής αρσ σκέλετον
- Skeleton-Fahrer αρσ
- αθλητής σκέιτμπορντ
- Skateboarder αρσ
- αθλητής αρσ του σνόουμπορντ
- Snowboarder αρσ
- είναι επαγγελματίας αθλητής/μουσικός
- er ist ein Berufssportler/Berufsmusiker
- αυτός ο αθλητής είναι η μόνη μας ελπίδα
- dieser Sportler ist unsere einzige Hoffnung