στο λεξικό PONS
χαμόγελο [xaˈmɔjɛlɔ] SUBST ουδ
1. χαμόγελο (γενικά):
- χαμόγελο
- Lächeln ουδ
2. χαμόγελο (σαρκαστικό):
- χαμόγελο
- Grinsen ουδ
3. χαμόγελο (γιακάς):
- χαμόγελο
- Bateau-Kragen αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συμπαθητικό χαμόγελο
- ein sympathisches Lächeln ουδ
- μακάριο χαμόγελο
- glückseliges Lächeln ουδ
- αμήχανο χαμόγελο
- verlegenes Lächeln ουδ
- χαμόγελο ουδ εκδηλωτικό χαράς
- ein Freude bekundendes Lächeln
- χαμόγελο ουδ ενδεικτικό χαράς
- ein Freude bekundendes Lächeln