στο λεξικό PONS
I. ζευγαρών|ω <-σα, -θηκα, -μένος> [zɛvɣaˈrɔnɔ] VERB μεταβ
1. ζευγαρώνω ΖΩΟΛ:
- ζευγαρώνω
- paaren
2. ζευγαρώνω (κάνω δυο γνωστούς ζευγάρι):
- ζευγαρώνω
- zusammenbringen
- προσπάθησαν να τους ζευγαρώσουν
- sie haben versucht, sie zusammenzubringen
II. ζευγαρών|ω <-σα, -θηκα, -μένος> [zɛvɣaˈrɔnɔ] VERB αμετάβ
- ζευγαρώνω
- sich paaren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.