στο λεξικό PONS
εμπνέω <ενέπνευσα [ή έμπνευσα], εμπνεύστηκα, εμπνευσμένος> [ɛmˈbnɛɔ] VERB μεταβ
1. εμπνέω (παρακινώ, δίνω ιδέα):
- εμπνέω
- inspirieren
- αυτή η μουσική μου ενέπνευσε ένα ποίημα
- diese Musik hat mich zu einem Gedicht inspiriert
- εμπνεύστηκε από τη μουσική του Τσαϊκόφσκι
- er wurde von der Musik Tschaikowskys inspiriert
2. εμπνέω (εμπιστοσύνη, σεβασμό κτλ):
- εμπνέω σε κάποιον
- einflößen jdm
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εμπνέω θαυμασμό
- Bewunderung einflößen
- εμπνέω εμπιστοσύνη σε κάποιον
- jdm Vertrauen einflößen