στο λεξικό PONS
φόβος [ˈfɔvɔs] SUBST αρσ
1. φόβος (συναίσθημα):
- φόβος
- Angst θηλ
- φόβος
- Furcht θηλ
- κάνω κάτι από φόβο
- etw aus Angst tun
- ο φόβος μην έρθει
- die Angst davor, dass er kommt
2. φόβος (κίνδυνος):
- φόβος
- Gefahr θηλ
- δεν υπάρχει φόβος να …
- es besteht keine Gefahr, dass …
Φόβος [ˈfɔvɔs] SUBST αρσ ΑΣΤΡΟΝ
- Φόβος
- Phobos αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν υπάρχει φόβος να …
- es besteht keine Gefahr, dass …
- τον κατέχει ο φόβος
- ihn beherrscht die Angst/er wird von Angst beherrscht
- με πλάκωσε ο φόβος
- ich bekam große Angst
- ο φόβος μην έρθει
- die Angst davor, dass er kommt
- τον έπιασε φόβος
- ihn überkam Angst/packte die Angst