στο λεξικό PONS
I. φέρ|νω <-α, -θηκα, -μένος> [ˈfɛrnɔ] VERB μεταβ
1. φέρνω (έρχομαι με κάτι):
- φέρνω
- bringen
- φέρε μας μερικά ποτήρια
- bring uns ein paar Gläser
- φέρ' το πίσω
- bring es zurück
- φέρνω τύχη/ατυχία
- Glück/Unglück bringen
2. φέρνω (πηγαίνω και γυρίζω):
- φέρνω
- holen
- θα φέρω μερικά ποτήρια
- ich hole ein paar Gläser/ich gehe ein paar Gläser holen
- θα το φέρω πίσω
- ich hole es zurück
3. φέρνω (φτάνω με κάποιο δώρο):
- φέρνω
- mitbringen
- σου έφερα ένα βιβλίο
- ich habe dir ein Buch mitgebracht
4. φέρνω (πηγαίνω κάτι κάπου):
- φέρνω
- bringen
- το έφερε στην αυλή
- er/sie hat es in den Hof gebracht
- φέρνω κάποιον στο σημείο να κάνει κάτι
- jdn dazu bringen, etw zu tun
- φέρνω στο φως
- ans Licht bringen
5. φέρνω (προκαλώ):
- φέρνω
- hervorrufen
6. φέρνω (αποφέρω):
- φέρνω
- einbringen
II. φέρομαι o φέρνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. φέρομαι o φέρνομαι (συμπεριφέρομαι):
- φέρομαι o φέρνομαι
- sich benehmen
2. φέρομαι o φέρνομαι (λέγομαι):
- φέρομαι o φέρνομαι ως
- gelten als
- φέρεται ως ειδικός
- er gilt als Fachmann
φέρνω VERB
- φέρεται να ομολόγησε
- er soll gestanden haben
- φέρεται να ομολόγησε
- es wird gesagt, er habe gestanden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φέρνω ατυχία
- Unglück bringen
- φέρνω εις πέρας = φέρνω σε πέρας
- zu Ende führen
- φέρνω ανατριχίλα σε κάποιον
- jdn erschaudern lassen
- φέρνω κάποιον σε απόγνωση
- jdn zur Verzweiflung bringen
- φέρνω κάτι σε βράση
- etw zum Kochen bringen