στο λεξικό PONS
δέντρο [ˈðɛndrɔ], δένδρο [ˈðɛnðrɔ] SUBST ουδ
1. δέντρο:
- δέντρο
- Baum αρσ
- χωρίς δέντρα
- baumlos, ohne Bäume
- δασικό δέντρο
- Waldbaum αρσ
- οπωροφόρο δέντρο
- Obstbaum αρσ
- κωνοφόρο δέντρο
- Nadelbaum αρσ
- χριστουγεννιάτικο δέντρο
- Weihnachtsbaum αρσ
- διακοσμητικό δέντρο
- Zierbaum αρσ
- γενεαλογικό δέντρο
- Stammbaum αρσ
- οικογενειακό δέντρο
- Familienstammbaum αρσ
- δέντρο της γνώσεως
- Baum αρσ der Erkenntnis
- δέντρο του Ιούδα
- Judasbaum αρσ
- δέντρο λήψεως αποφάσεων ΟΙΚΟΝ
- Entscheidungsbaum αρσ
2. δέντρο ΓΛΩΣΣ (παράσταση δομής πρότασης):
- δέντρο
- Strukturbaum αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέντρο ουδ φτέρης
- Baumfarn αρσ
- δέντρο ουδ δάφνης
- Lorbeerbaum αρσ
- φυλλοβόλο δέντρο
- Laubbaum αρσ
- οπωροφόρο δέντρο
- Obstbaum αρσ
- κωνοφόρο δέντρο
- Nadelbaum αρσ