στο λεξικό PONS
επιφυλακτικ|ός [ɛpifilaktiˈkɔs], επιφυλαχτικ|ός [ɛpifilaxtiˈkɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
- επιφυλακτικός
- zurückhaltend
- είμαι επιφυλακτικός με κάτι
- mit etw zurückhaltend sein
- είναι πολύ επιφυλακτικός μαζί τους
- er ist ihnen gegenüber sehr zurückhaltend
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι επιφυλακτικός με κάτι
- mit etw zurückhaltend sein
- είναι πολύ επιφυλακτικός μαζί τους
- er ist ihnen gegenüber sehr zurückhaltend