στο λεξικό PONS
χειρότερ|ος <-η, -ο> [çiˈrɔtɛrɔs] ΕΠΊΘ
1. χειρότερος (λιγότερο καλός):
- χειρότερος
- schlechter
- στη χειρότερη περίπτωση
- schlimmstenfalls
- τόσο το χειρότερο
- umso schlechter
- αλλαγή θηλ προς το χειρότερο
- Verschlechterung θηλ
2. χειρότερος (περισσότερο κακός, φοβερός):
- χειρότερος
- schlimmer
- τόσο το χειρότερο
- umso schlimmer
- πάω προς το χειρότερο
- sich verschlimmern
- ήταν μη χειρότερα
- es war ganz schlimm
- μη χειρότερα! (άλλο τι μας περιμένει)
- wer weiß, was als Nächstes kommt!
- χειρότερα δε γινόταν!
- schlimmer ging's nicht!
- από το κακό στο χειρότερο (όλο και χειρότερα)
- immer schlimmer
- από το κακό στο χειρότερο (από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη)
- vom Regen in die Traufe
- αλλαγή θηλ προς το χειρότερο
- Verschlimmerung θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.