στο λεξικό PONS
πολλαπλ|ός <-ή, -ό> [pɔlaˈplɔs] ΕΠΊΘ
- πολλαπλός
- mehrfach
- τεστ ουδ πολλαπλών επιλογών
- Multiple-Choice-Test αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πολλαπλός τοκετός
- Mehrlingsgeburt θηλ
- πολλαπλός αλληλομορφισμός
- multiple Allelie θηλ
- πολλαπλός δεσμός
- Mehrfachbindung θηλ