στο λεξικό PONS
προκ|αλώ <-αλείς, -άλεσα, -λήθηκα> [prɔkaˈlɔ] VERB μεταβ
1. προκαλώ (σε αναμέτρηση):
- προκαλώ σε
- herausfordern zu +δοτ
2. προκαλώ (ερεθίζω):
- προκαλώ
- provozieren
3. προκαλώ (προξενώ):
- προκαλώ
- hervorrufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προκαλώ αμφιβολίες
- Zweifel wecken
- προκαλώ τον οίκτο κάποιου
- jds Mitleid erregen
- προκαλώ αποτροπιασμό σε κάποιον
- in jdm Abscheu erregen
- προκαλώ το ενδιαφέρον κάποιου
- jds Interesse wecken
- προκαλώ την αγανάχτηση κάποιου
- jdn verärgern