στο λεξικό PONS
εξάντλησ|η <-εις> [ɛˈksandlisi] SUBST θηλ
- εξάντληση
- Erschöpfung θηλ
- σωματική/ψυχική εξάντληση
- geistige/körperliche Erschöpfung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σωματική/ψυχική εξάντληση
- geistige/körperliche Erschöpfung θηλ