στο λεξικό PONS
εξετά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛksɛˈtazɔ] VERB μεταβ
1. εξετάζω (κάποια υπόθεση, άρρωστο):
- εξετάζω
- untersuchen
- εξετάζω μια υπόθεση
- eine Angelegenheit untersuchen
- εξετάζω τον ορίζοντα
- sich δοτ den Horizont genau anschauen
2. εξετάζω (μάρτυρα, ύποπτο):
- εξετάζω
- verhören
3. εξετάζω (μαθητή, φοιτητή):
- εξετάζω
- prüfen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξετάζω κάτι σε βάθος
- einer Sache auf den Grund gehen
- εξετάζω έναν άρρωστο
- einen Patienten/Kranken untersuchen
- εξετάζω μια υπόθεση
- eine Angelegenheit untersuchen
- εξετάζω τον ορίζοντα
- sich δοτ den Horizont genau anschauen
- εξετάζω κάτι από άλλη άποψη
- etw unter einem anderen Gesichtspunkt/Aspekt betrachten/untersuchen