στο λεξικό PONS
φυλλώδ|ης <-ης, -ες> [fiˈlɔðis] ΕΠΊΘ
1. φυλλώδης (φυλλικός):
- φυλλώδης
- Blatt-
- φυλλώδες φυτό
- Blattpflanze θηλ
2. φυλλώδης ΓΕΩΛ (πέτρωμα):
- φυλλώδης
- geschiefert, geschichtet
- φυλλώδες πέτρωμα
- geschiefertes/geschichtetes Gestein ουδ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.