στο λεξικό PONS
αναγνωρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [anaɣnɔˈrizɔ] VERB μεταβ
1. αναγνωρίζω (γνωρίζω πάλι):
- αναγνωρίζω
- wiedererkennen
2. αναγνωρίζω (παραδέχομαι ως έγκυρο):
- αναγνωρίζω
- anerkennen
3. αναγνωρίζω (διακρίνω):
- αναγνωρίζω
- erkennen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.