στο λεξικό PONS
ρήμα [ˈrima] SUBST ουδ
- ρήμα
- Verb ουδ
- ομαλό/ανώμαλο ρήμα
- regelmäßiges/unregelmäßiges Verb ουδ
- αποθετικό ρήμα
- Deponens ουδ
- απρόσωπο ρήμα
- unpersönliches Verb ουδ
- βοηθητικό ρήμα
- Hilfsverb ουδ
- ελλειπτικό ρήμα
- defektives Verb ουδ
- μεσοπαθητικό ρήμα
- mediopassives Verb ουδ
- μεταβατικό/αμετάβατο ρήμα
- transitives/intransitives Verb ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποθετικό ρήμα
- Deponens ουδ
- συνδετικό ρήμα
- Kopula θηλ
- μεταβατικό ρήμα
- transitives Verb ουδ
- βοηθητικό ρήμα
- Hilfsverb ουδ
- ελλειπτικό ρήμα
- defektives Verb ουδ