στο λεξικό PONS
αγγλικά [aŋgliˈka] SUBST ουδ πλ
- αγγλικά
- Englisch ουδ ενικ
- μιλώ/καταλαβαίνω αγγλικά
- Englisch sprechen/verstehen
- στα αγγλικά
- auf Englisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στα αγγλικά
- auf Englisch
- μιλάει αγγλικά
- er spricht Englisch
- στ' αγγλικά
- auf Englisch
- μιλώ/καταλαβαίνω αγγλικά
- Englisch sprechen/verstehen