στο λεξικό PONS
I. χύ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈçinɔ] VERB μεταβ
1. χύνω (υγρό, σίδερο):
- χύνω
- gießen
- χύνω δάκρυα
- Tränen vergießen
2. χύνω (κατά λάθος: κρασί κτλ):
- χύνω
- verschütten
3. χύνω (εκσπερματώνω):
- χύνω
- ejakulieren
II. χύνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. χύνομαι (γάλα):
- χύνομαι
- überlaufen
2. χύνομαι (ποταμός):
- χύνομαι σε
- sich ergießen in +αιτ
3. χύνομαι (για πλήθος: ορμώ):
- χύνομαι
- stürmen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χύνω δάκρυα
- Tränen vergießen
- χύνω μαύρα δάκρυα
- bittere Tränen weinen
- χύνω το αίμα μου για κάποιον
- für jdn durchs Feuer gehen