στο λεξικό PONS
εμπλέκω <ενέπλεξα, εμπλέχτηκα> [ɛmˈblɛkɔ] VERB μεταβ
- εμπλέκω κάποιον σε κάτι
- jdn in etw αιτ verwickeln
I. μπλέ|κω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈblɛkɔ] VERB μεταβ
1. μπλέκω (μπερδεύω):
- μπλέκω
- durcheinanderbringen
- εδώ τα μπλέξαμε
- jetzt bekommen wir Ärger
2. μπλέκω (ανακατώνω κάποιον κάπου):
- μπλέκω σε
- verwickeln in +αιτ
ιδιωτισμοί:
- τα μπλέκω με κάποιον (αρχίζω σχέση)
- mit jdm anbandeln
II. μπλέ|κω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈblɛkɔ] VERB αμετάβ
- μπλέκω σε μια υπόθεση
- sich in eine Angelegenheit verwickeln
- μην μπλέξεις μαζί του!
- lass dich nicht auf ihn ein!
- μπλέκω με κάποιον
- sich auf jdn einlassen
- μπλέκω με κάποιον (αρχίζω ερωτικές σχέσεις)
- ein Verhältnis anfangen
- μπλέκω στα δίχτυα κάποιου μτφ
- sich in jds Netze verfangen
III. μπλέκομαι VERB αυτοπ ρήμα (ανακατεύομαι)
- μπλέκομαι κάπου
- sich in eine Sache einmischen
- μπλέκομαι στα πόδια κάποιου και μτφ
- jdm in die Quere kommen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εμπλέκω κάποιον σε κάτι
- jdn in etw αιτ verwickeln