στο λεξικό PONS
πολύτιμ|ος <-η, -ο> [pɔˈlitimɔs] ΕΠΊΘ
1. πολύτιμος (γενικά):
- πολύτιμος
- kostbar
- ένας πολύτιμος καθρέφτης
- ein kostbarer Spiegel αρσ
- πολύτιμο αντικείμενο
- Wertgegenstand αρσ
- πολύτιμο αντικείμενο
- Wertsache θηλ
2. πολύτιμος (λίθος, μέταλλο):
- πολύτιμος
- Edel-
- πολύτιμος λίθος
- Edelstein αρσ
- πολύτιμο μέταλλο
- Edelmetall ουδ
πολύτιμος ΕΠΊΘ
- πολύτιμος
- wertvoll
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πολύτιμος λίθος
- Edelstein αρσ
- ένας πολύτιμος καθρέφτης
- ein kostbarer Spiegel αρσ