στο λεξικό PONS
σκέψ|η <-εις> [ˈscɛpsi] SUBST θηλ
1. σκέψη (νοητική ικανότητα):
- σκέψη
- Denken ουδ
- σκέψη
- Denkfähigkeit θηλ
2. σκέψη (ό,τι σκέφτηκε κανείς):
- σκέψη
- Gedanke αρσ
- κύρια σκέψη
- Hauptgedanke αρσ
- τι σκέψεις έχεις …
- was hast du für Gedanken …
- βυθισμένος σε σκέψεις
- in Gedanken versunken
- χάνομαι σε σκέψεις
- in Gedanken versinken
- η μόνη του σκέψη είναι …
- sein einziger Gedanke ist …
- με τη σκέψη μου θα είμαι μαζί σου
- in Gedanken werde ich bei dir sein
- κάνω σκέψεις να αγοράσω ένα αυτοκίνητο (το σκέφτομαι)
- ich überlege, ob ich mir ein Auto kaufen soll
- κάνω σκέψεις να αγοράσω ένα αυτοκίνητο (το έχω αποφασίσει)
- ich habe vor, mir ein Auto zu kaufen
- έκανα τη σκέψη να …
- ich habe mir überlegt zu …
- αυτό με έβαλε σε σκέψεις
- das hat mir zu denken gegeben
- η σκέψη είναι ελεύθερη
- die Gedanken sind frei
3. σκέψη (το να κάθεται και να σκέφτεται κανείς):
- σκέψη
- Nachdenken ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κύρια σκέψη
- Hauptgedanke αρσ
- έκανα τη σκέψη να …
- ich habe mir überlegt zu …
- η σκέψη είναι ελεύθερη
- die Gedanken sind frei
- μετά από ώριμη σκέψη
- nach reiflicher Überlegung
- διαβάζω τη σκέψη κάποιου
- jds Gedanken lesen