στο λεξικό PONS
λεπτομέρεια [lɛptɔˈmɛria] SUBST θηλ
- λεπτομέρεια
- Detail ουδ
- λεπτομέρεια
- Einzelheit θηλ
- μπαίνω σε λεπτομέρειες
- auf Einzelheiten eingehen/ins Detail gehen
- κολλάω σε λεπτομέρειες
- seine Zeit mit unwichtigen Details vergeuden
- προσέχω και την παραμικρή λεπτομέρεια
- auch auf die kleinsten Details achten
- με κάθε λεπτομέρεια
- in allen Einzelheiten
- χάνομαι σε λεπτομέρειες
- sich in Einzelheiten verlieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- με κάθε λεπτομέρεια
- in allen Einzelheiten
- προσέχω και την παραμικρή λεπτομέρεια
- auch auf die kleinsten Details achten