στο λεξικό PONS
φίδι [ˈfiði] SUBST ουδ
- φίδι
- Schlange θηλ
- είναι φίδι κολοβό
- er ist (ganz) hinterhältig
- βγάζω το φίδι από την τρύπα
- die Kastanien aus dem Feuer holen
- με ζώνουν τα φίδια
- ich ahne etwas Böses
- φαρμακερό φίδι
- Giftschlange θηλ
- φίδι του νερού
- Wasserschlange θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δηλητηριώδες φίδι
- Giftschlange θηλ
- φαρμακερό φίδι
- Giftschlange θηλ
- φίδι του νερού
- Wasserschlange θηλ
- είναι φίδι κολοβό
- er ist (ganz) hinterhältig
- βγάζω το φίδι από την τρύπα
- die Kastanien aus dem Feuer holen