στο λεξικό PONS
δουλειά [ðuˈʎa] SUBST θηλ
1. δουλειά (εργασία):
- δουλειά
- Arbeit θηλ
- πάω στη/για δουλειά
- zur Arbeit gehen
- αρχίζω/σταματάω τη δουλειά
- mit der Arbeit anfangen/aufhören
- βρήκε καλή δουλειά
- er hat einen guten Job gefunden
- έχω πολλή δουλειά
- ich habe viel zu tun
- είμαι πνιγμένος στη δουλειά
- ich stecke bis zum Hals in Arbeit
- στρώνομαι στη δουλειά
- sich an die Arbeit machen
- έχω δουλειά (είμαι απασχολημένος αυτή τη στιγμή)
- ich hab zu tun
- δουλειά του σπιτιού
- Hausarbeit θηλ
- δουλειά γραφείου
- Büroarbeit θηλ
- αναζήτηση θηλ δουλειάς
- Arbeitssuche θηλ
- βρίσκομαι σε αναζήτηση δουλειάς
- auf Arbeitssuche sein, auf der Suche nach Arbeit sein
2. δουλειά (υπόθεση):
- δουλειά
- Angelegenheit θηλ
- πρέπει να πάω στην Αθήνα για μια δουλειά
- ich muss wegen einer Angelegenheit nach Athen
- είναι δουλειά πέντε λεπτών
- das ist eine Sache von fünf Minuten
- δεν είναι δική σου δουλειά!
- das ist nicht deine Sache!, das geht dich nichts an!
- δεν είναι δική σου δουλειά να …
- es ist nicht deine Angelegenheit, zu …
- κοίταζε τη δουλειά σου
- kümmere dich um deine eigenen Angelegenheiten
- αυτό είναι δική μου δουλειά
- das ist meine Sache
- τι δουλειά έχεις εσύ στο δικό μου το γραφείο;
- was hast du an meinem Schreibtisch zu suchen?
- ανοίγω δουλειές σε κάποιον (μπελάδες)
- jdm Ärger machen/bereiten
3. δουλειά (εμπορική):
- δουλειά
- Geschäft ουδ
- είναι στο Μιλάνο για δουλειές
- er ist geschäftlich in Mailand
- οι δουλειές παν καλά
- das Geschäft läuft gut
- ανοίγω δική μου δουλειά
- sich selbstständig machen
δουλειά SUBST
- πότε πιάνεις δουλειά; οικ
- wann fängst du an zu arbeiten?
- πότε πιάνεις δουλειά; οικ
- wann geht dein neuer Job los?
δουλειά SUBST
- Τι δουλειά κάνεις;
- Was ist deine Arbeit?
- Τι δουλειά κάνεις;
- Was ist dein Beruf?
δουλεία [ðuˈlia] SUBST θηλ
1. δουλεία (σκλαβιά):
- δουλεία
- Sklaverei θηλ
2. δουλεία ΝΟΜ (οδού κτλ):
- δουλεία
- Dienstbarkeit θηλ
- πραγματική δουλεία
- Grunddienstbarkeit θηλ
- προσωπική δουλεία
- persönliche Dienstbarkeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δουλειά γραφείου
- Büroarbeit θηλ
- πραγματική δουλεία
- Grunddienstbarkeit θηλ
- προσωπική δουλεία
- persönliche Dienstbarkeit θηλ
- έχω δουλειά (είμαι απασχολημένος αυτή τη στιγμή)
- ich hab zu tun
- η δουλειά τον γέρασε
- die Arbeit hat ihn altern lassen