στο λεξικό PONS
υποτροπ|ιάζω <-ίασα> [ipɔtrɔˈpçazɔ] VERB αμετάβ
1. υποτροπιάζω (αρρώστια):
- υποτροπιάζω
- erneut auftreten
2. υποτροπιάζω (εγκληματίας):
- υποτροπιάζω
- rückfällig werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.