στο λεξικό PONS
αριστερά [aristɛˈra] ΕΠΊΡΡ
- αριστερά
- links
- στρίβω αριστερά
- links abbiegen
Αριστερά [aristɛˈra] SUBST θηλ ΠΟΛΙΤ
- Αριστερά
- Linke θηλ
- άκρα Αριστερά
- äußerste Linke θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στρίβω αριστερά
- links abbiegen
- έκοψε αριστερά
- er ist nach links abgebogen
- άκρα Αριστερά
- äußerste Linke θηλ
- ο έμπροσθεν αριστερά άξονας
- die vordere linke Achse
- στ' αριστερά μας
- links von uns