στο λεξικό PONS
μπάνιο [ˈbaɲɔ] SUBST ουδ
1. μπάνιο (η πράξη):
- μπάνιο
- Bad ουδ
- κάνω μπάνιο
- baden
- πάω για μπάνιο (σε πισίνα, στη θάλασσα)
- schwimmen gehen
2. μπάνιο (το δωμάτιο):
- μπάνιο
- Bad ουδ
- μπάνιο
- Badezimmer ουδ
- είναι στο μπάνιο
- er ist im Bad/Badezimmer
- ακόμα δεν έχω μπει στο μπάνιο
- ich war noch nicht im Bad
- είδη ουδ πλ μπάνιου
- Badartikel αρσ πλ
- πόρτα θηλ του μπάνιου
- Badezimmertür θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνω μπάνιο
- baden
- το μπάνιο τον δρόσισε
- das Bad hat ihn erfrischt
- πάω για μπάνιο (σε πισίνα, στη θάλασσα)
- schwimmen gehen
- είναι στο μπάνιο
- er ist im Bad/Badezimmer
- ακόμα δεν έχω μπει στο μπάνιο
- ich war noch nicht im Bad