στο λεξικό PONS
μπροστά [brɔsˈta] ΕΠΊΡΡ
- μπροστά
- vorn
- μπροστά
- vorne
- στέκεται μπροστά
- er steht vorn[e]
- στεκόταν μπροστά στην πόρτα
- er stand vor der Tür
- βάλ' το μπροστά στην πόρτα
- stell es vor die Tür
- στεκόταν μπροστά από μένα/μπροστά μου
- er stand vor mir
- έχουμε (ακόμα) καιρό μπροστά μας
- uns bleibt noch genug Zeit
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στέκεται μπροστά
- er steht vorn[e]
- στεκόταν μπροστά από μένα/μπροστά μου
- er stand vor mir
- λυγίζω μπροστά σε κάτι
- sich einer Sache δοτ beugen
- βρίσκομαι μπροστά σε βάραθρο και μτφ
- vor dem Abgrund stehen
- στεκόταν μπροστά στην πόρτα
- er stand vor der Tür