στο λεξικό PONS
στοιχηματί|ζω <-σα> [stiçimaˈtizɔ] VERB αμετάβ
1. στοιχηματίζω (βάζω στοίχημα):
- στοιχηματίζω
- wetten
2. στοιχηματίζω (σε ιπποδρομία):
- στοιχηματίζω
- setzen
- στοιχηματίζω 50 ευρώ σε ένα άλογο
- 50 Euro auf ein Pferd setzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στοιχηματίζω 50 ευρώ σε ένα άλογο
- 50 Euro auf ein Pferd setzen
Αναζήτηση στο λεξικό
- στοιβάζω
- στοιχεια μηχανων
- στοιχείο
- στοιχειό
- στοιχειοθεσία
- στοιχηματίζω
- στοιχίζω
- στοίχος
- στοκ
- στόκος
- Στοκχόλμη