στο λεξικό PONS
ομορφιά [ɔmɔrˈfça] SUBST θηλ
- ομορφιά
- Schönheit θηλ
- είμαι στις ομορφιές μου
- strahlen vor Schönheit
- ψυχική ομορφιά
- innere Schönheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκτυφλωτική ομορφιά μτφ
- strahlende Schönheit θηλ
- ψυχική ομορφιά
- innere Schönheit θηλ
- η ομορφιά της δε λέγεται
- ihre Schönheit ist unbeschreiblich