στο λεξικό PONS
κίνησ|η <-εις> [ˈcinisi] SUBST θηλ
1. κίνηση (του σώματος, χεριού κτλ, ενέργεια):
- κίνηση
- Bewegung θηλ
- κίνηση του χεριού
- eine Bewegung θηλ der Hand
- του αρέσουν οι κινήσεις της
- ihm gefallen ihre Bewegungen
- έκανε μια κίνηση προς τα αριστερά
- er bewegte sich nach links
- θέτω σε κίνηση
- in Bewegung setzen
- βρίσκομαι σε κίνηση
- sich in Bewegung befinden
- κίνηση Brown
- Brownsche Molekularbewegung θηλ
- κίνηση των ηπείρων
- Kontinentaldrift θηλ
- κυκλική κίνηση
- Kreisbewegung θηλ
2. κίνηση (κυκλοφορία: αυτοκινήτων, αγαθών, χρημάτων):
- κίνηση
- Verkehr αρσ
- κίνηση κεφαλαίων
- Kapitalverkehr αρσ
- νόμος αρσ για την κίνηση κεφαλαίων
- Kapitalverkehrsgesetz ουδ
- νομισματική κίνηση
- Geldverkehr αρσ
- οικονομική κίνηση
- Wirtschaftsverkehr αρσ
3. κίνηση ΕΜΠΌΡ (κυκλοφορία πεζών):
- κίνηση
- Betrieb αρσ
- υπάρχει μεγάλη κίνηση
- es herrscht viel Betrieb
4. κίνηση (σύνολο ενεργειών για κάποιο σκοπό):
- κίνηση
- Handeln ουδ
- παρακολουθούσα τις κινήσεις του (τις ενέργειές του)
- ich verfolgte sein Handeln
5. κίνηση (διάβημα):
- κίνηση
- Schritt αρσ
- κάνω την πρώτη κίνηση
- den ersten Schritt tun
6. κίνηση (στο σκάκι):
- κίνηση
- Zug αρσ
- κίνηση γάμα
- Rösselsprung αρσ
- διαγώνια κίνηση
- diagonaler Zug αρσ
- κάθετη/οριζόντια κίνηση
- vertikaler/horizontaler Zug αρσ
7. κίνηση ΜΗΧΑΝΙΚΉ:
- κίνηση
- Antrieb αρσ
- μπροστινή κίνηση
- Vorderradantrieb αρσ
- μπροστινή κίνηση
- Frontantrieb αρσ
- πισινή κίνηση
- Hinterradantrieb θηλ
- κίνηση με ιμάντα
- Riemenantrieb αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κίνηση θηλ πλανητών
- Planetenbewegung θηλ
- κίνηση θηλ κεφαλαίων
- Kapitalverkehr αρσ
- τροχιακή κίνηση
- Orbitalbewegung θηλ
- κίνηση Brown
- Brownsche Molekularbewegung θηλ
- κυκλική κίνηση
- Kreisbewegung θηλ