στο λεξικό PONS
καταδικά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kataðiˈkazɔ] VERB μεταβ ΝΟΜ
- καταδικάζω (αποδοκιμάζω) σε
- verurteilen zu
- με αυτές τις προϋποθέσεις είναι ήδη καταδικασμένο (να αποτύχει)
- unter diesen Voraussetzungen ist es schon zum Scheitern verurteilt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταδικάζω κάποιον σε ισόβια (δεσμά)
- jdn zu lebenslänglicher Freiheitsstrafe verurteilen
- καταδικάζω κάποιον σε χρηματικό πρόστιμο
- jdn zu einer Geldbuße verurteilen
- καταδικάζω κάποιον στον δι' απαγχονισμού θάνατο
- jdn zum Tod durch Hängen verurteilen