στο λεξικό PONS
αχάριστ|ος <-η, -ο> [aˈxaristɔs] ΕΠΊΘ (άνθρωπος, δουλειά)
- αχάριστος
- undankbar
- φαίνομαι αχάριστος απέναντι σε κάποιον
- sich jdm gegenüber undankbar zeigen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φαίνομαι αχάριστος απέναντι σε κάποιον
- sich jdm gegenüber undankbar zeigen