στο λεξικό PONS
περιτριγυρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [pɛritrijiˈrizɔ] VERB μεταβ
1. περιτριγυρίζω (περιβάλλω, περιστοιχίζω):
- περιτριγυρίζω
- umgeben
2. περιτριγυρίζω μτφ (γύρω από κάποιον):
- περιτριγυρίζω κάποιον
- um jdn herumscharwenzeln
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περιτριγυρίζω κάποιον
- um jdn herumscharwenzeln