στο λεξικό PONS
είσοδος [ˈisɔðɔs] SUBST θηλ
1. είσοδος (πόρτα κτλ):
- είσοδος
- Eingang αρσ
- κύρια είσοδος
- Haupteingang αρσ
- μπροστινή είσοδος
- Vordereingang θηλ
- πίσω είσοδος
- Hintereingang αρσ
2. είσοδος (για όχημα):
- είσοδος
- Einfahrt θηλ
3. είσοδος (η πράξη: σε κτήριο, σε αίθουσα, σε επιτροπή):
- είσοδος
- Eintritt αρσ
- επιτρέπω την είσοδο σε κάποιον
- jdm Eintritt gewähren
- δεν επιτρέπω την είσοδο σε κάποιον
- jdm den Zutritt verwehren
- απαγορεύεται η είσοδος!
- Zutritt verboten!
4. είσοδος (πράξη: με όχημα):
- είσοδος
- Einfahrt θηλ
5. είσοδος (η αρχή):
- είσοδος
- Eintritt αρσ
6. είσοδος (στρατευμάτων):
- είσοδος
- Einzug αρσ
7. είσοδος (σε ηλεκτρονική συσκευή):
- είσοδος
- Eingang αρσ
8. είσοδος (σε μηχανή: για υγρό ή αέρα):
- είσοδος
- Einlass αρσ
9. είσοδος (ταξιδεύοντας: σε χώρα):
- είσοδος
- Einreise θηλ
- η είσοδος σε μια χώρα
- die Einreise θηλ in ein Land
- απαγόρευση θηλ εισόδου στην χώρα
- Einreiseverbot ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κύρια είσοδος
- Haupteingang αρσ
- μπροστινή είσοδος
- Vordereingang θηλ
- πίσω είσοδος
- Hintereingang αρσ
- απαγορεύεται η είσοδος!
- Zutritt verboten!
- απαγορεύεται η είσοδος
- Zutritt verboten, Zutritt nicht gestattet