στο λεξικό PONS
αναμφισβήτητ|ος <-η, -ο> [anaɱfiˈzvititɔs] ΕΠΊΘ
- αναμφισβήτητος
- unbestritten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- αναμονή
- αναμορφώνω
- αναμόρφωση
- αναμορφωτής
- αναμορφωτικός
- αναμφισβήτητος
- ανανάς
- ανανδρία
- άνανδρος
- ανανεωμένος
- ανανεώνω