στο λεξικό PONS
ύψος [ˈipsɔs] SUBST ουδ
1. ύψος (κτιρίου, ήχου, επίπεδο, βαθμός):
- ύψος
- Höhe θηλ
- τι ύψος έχει το …;
- wie hoch ist das …?
- σε ποιο ύψος βρίσκεται …;
- auf welcher Höhe befindet sich …?
- ύψος ζημιάς
- Schadenshöhe θηλ
- ύψος βαρομέτρου
- Barometerstand αρσ
- απόλυτο ύψος
- absolute Höhe θηλ
- διαφορά θηλ ύψους
- Höhenunterschied αρσ
2. ύψος (σώματος):
- ύψος
- Größe θηλ
- τι ύψος έχεις;
- wie groß bist du?
- έχουν το ίδιο ύψος
- sie sind gleich groß
- ύψος σώματος
- Körpergröße θηλ
- ύψος σώματος
- Körperlänge θηλ
3. ύψος μτφ (ηθικά, πνευματικά):
- ύψος
- Erhabenheit θηλ
ύψος SUBST
- γεωγραφικό ύψος ουδ
- geographische Breite θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ύψος ουδ ζημιάς
- Schadenhöhe θηλ
- ύψος ουδ βαρομέτρου
- Barometerstand αρσ
- παραμεσημβρινό ύψος
- Zirkummeridianhöhe θηλ
- ύψος ζημιάς
- Schadenshöhe θηλ
- ύψος βαρομέτρου
- Barometerstand αρσ