στο λεξικό PONS
συγκρού|ομαι <-στηκα> [siŋˈgruɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. συγκρούομαι:
- συγκρούομαι με
- zusammenstoßen mit
2. συγκρούομαι μτφ (ενδιαφέροντα):
- συγκρούομαι
- aufeinanderprallen
- τα ενδιαφέροντά τους συγκρούονται με τα δικά μας
- ihre und unsere Interessen prallen aufeinander
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.