στο λεξικό PONS
ονομαστική [ɔnɔmastiˈci] SUBST θηλ
- ονομαστική
- Nominativ αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ονομαστική οπισθογράφηση
- Rektaindossament ουδ
- ονομαστική γιορτή
- Namenstag αρσ
- ονομαστική φορτωτική
- Rektakonnossement ουδ
- ονομαστική αξία
- Nennwert αρσ
- ονομαστική διάμετρος
- Nenndurchmesser αρσ