στο λεξικό PONS
I. αποστερ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [apɔstɛˈrɔ] VERB μεταβ
- αποστερώ κάποιον από κάτι/κάποιου πράγματος
- jdn einer Sache γεν berauben
- αποστερώ κάποιον από κάτι/κάποιου πράγματος
- jdm eine Sache entziehen
- τον αποστέρησαν του δικαιώματος/από το δικαίωμα
- man hat ihn des Rechts beraubt/ihm das Recht entzogen
II. αποστερούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- αποστερούμαι από κάτι/κάποιου πράγματος
- einer Sache γεν beraubt werden
- αποστερήθηκε του δικαιώματος
- ihm wurde das Recht entzogen, er wurde des Rechts beraubt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποστερώ κάποιον από κάτι/κάποιου πράγματος
- jdn einer Sache γεν berauben