στο λεξικό PONS
I. εκδηλώ|νω <-σα> [ɛkðiˈlɔnɔ] VERB μεταβ (σεβασμό, φιλία, συμπόνια)
- εκδηλώνω
- bekunden
- εκδήλωνε τη φιλία της
- sie bekundete ihre Freundschaft
II. εκδηλώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. εκδηλώνομαι (φανερώνομαι):
- εκδηλώνομαι
- sich zeigen
- εκδηλώθηκε μια τάση αισιοδοξίας
- es zeigte sich eine Tendenz zum Optimismus
2. εκδηλώνομαι (για αρρώστια):
- εκδηλώνομαι
- sich äußern
3. εκδηλώνομαι (λέω τη γνώμη μου):
- εκδηλώνομαι υπέρ/εναντίον κάποιου
- sich für/gegen jdn aussprechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκδηλώνω τη χαρά μου
- seine Freude äußern
- εκδηλώνω το θυμό μου
- seinen Zorn äußern
- εκδηλώνω την οργή μου
- seinen Zorn äußern
- εκδηλώνω τη φιλία μου
- seine Freundschaft bekunden
- εκδηλώνω την έκπληξή μου
- sich überrascht zeigen