στο λεξικό PONS
ατομικ|ός <-ή, -ό> [atɔmiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. ατομικός (του ανθρώπου ως προσώπου):
- ατομικός
- persönlich, Privat-
- ατομική ιδιοκτησία
- Privateigentum ουδ
- τα ατομικά δικαιώματα
- das Recht ουδ ενικ des Einzelnen
2. ατομικός ΦΥΣ:
- ατομικός
- Atom-
- ατομικός αριθμός
- Atomzahl θηλ
- ατομικό βάρος
- Atomgewicht ουδ
- ατομική βόμβα
- Atombombe θηλ
- ατομική ενέργεια
- Atomenergie θηλ
- ατομική εποχή
- Atomzeitalter ουδ
- ατομική μάζα
- Atommasse θηλ
- ατομική θεωρία
- Atomtheorie θηλ
- ατομικά όπλα
- atomare Waffen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ατομικός αριθμός
- Atomzahl θηλ
- ατομικός αιώνας
- Atomzeitalter ουδ
- ατομικός ανταγωνισμός
- atomistische Konkurrenz θηλ
- ατομικός όγκος ΦΥΣ
- Atomvolumen ουδ
- ατομικός/πυρηνικός πόλεμος
- Atomkrieg αρσ