στο λεξικό PONS
αρπακτικ|ός [arpaktiˈkɔs], αρπαχτικ|ός [arpaxtiˈkɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
- αρπακτικός
- raubgierig
- αρπακτικό όρνιο
- Raubvogel αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- αρουραίος
- άρπα
- άρπαγας
- αρπάγη
- αρπαγή
- αρπακτικός
- αρπακτικότητα
- αρπαχτά
- αρπαχτή
- αρπαχτικός
- αρπιστής