στο λεξικό PONS
λαγός [laˈɣɔs] SUBST αρσ
1. λαγός ΖΩΟΛ:
- λαγός
- Hase αρσ
- γίνομαι λαγός
- wie ein Hase davonlaufen
- τάζω σε κάποιον λαγούς με πετραχήλια
- jdm das Blaue vom Himmel versprechen
- άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας παροιμ
- Erbsen kann man nicht mit Perlen vergleichen
- βγάζω λαγό (για δημοσιογράφο)
- einen Scoop landen
2. λαγός (αστερισμός):
- Λαγός
- Hase αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- Λαγός
- Hase αρσ
- γίνομαι λαγός
- wie ein Hase davonlaufen