στο λεξικό PONS
I. έγκυ|ος <-ος> [ˈɛɲɟiɔs] ΕΠΊΘ
- έγκυος
- schwanger
- μένω έγκυος
- schwanger werden
- είναι έγκυος
- sie ist schwanger
- αφήνω έγκυο
- schwängern
II. έγκυ|ος [ˈɛɲɟiɔs] SUBST θηλ
- έγκυος
- Schwangere θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μένω έγκυος
- schwanger werden
- είναι έγκυος
- sie ist schwanger
- μένω έγκυος/χήρα
- schwanger/Witwe werden