στο λεξικό PONS
μάτι [ˈmati] SUBST ουδ
1. μάτι (όργανο):
- μάτι
- Auge ουδ
- το είδα με τα μάτια μου!
- ich habe es mit eigenen Augen gesehen!
- το έκλεψε μπροστά στα μάτια μου
- er hat es (direkt) vor meinen Augen gestohlen
- δεν πίστευα τα μάτια μου
- ich traute meinen Augen nicht
- τρίβω τα μάτια μου
- sich δοτ die Augen reiben
- έπεσαν τα μάτια μου πάνω στο …
- mein Blick fiel auf …
- δε θέλω να τον ξαναδώ στα μάτια μου!
- ich will ihn nicht mehr wiedersehen!
- με γυμνό μάτι
- mit bloßem Auge
- τα μάτια μου κλείνουν (νυστάζω)
- mir fallen die Augen zu
- κοιτάζω κάποιον στα μάτια
- jdm in die Augen schauen
- γυρίζω τα μάτια μου αλλού
- seine Augen abwenden
- παρακολουθώ κάτι με την άκρη του ματιού
- etw aus dem Augenwinkel beobachten
- κλείνω το μάτι σε κάποιον
- jdm zuzwinkern
- καρφώνω τα μάτια μου πάνω σε κάποιον/κάτι
- jdn/etw anstarren
- τρώω κάποιον με τα μάτια
- jdn begierig ansehen
- χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου
- jdn/etw aus den Augen verlieren
- κάνω τα γλυκά μάτια σε κάποιον
- jdm schöne Augen machen
- ανοίγω σε κάποιον τα μάτια μτφ
- jdm die Augen öffnen
- ρίχνω σε κάποιον στάχτη στα μάτια μτφ
- jdm Sand in die Augen streuen
- βγάζω τα μάτια κάποιου
- jdm die Augen auskratzen
- χτυπώ στο μάτι μτφ
- ins Auge fallen
- κοιτάζω κάτι με καλό μάτι
- etwas wohlwollend betrachten
- στα μάτια μου (κατά τη γνώμη μου)
- in meinen Augen
- έχει βάλει στο μάτι τη θέση της
- er hat es auf ihren Arbeitsplatz abgesehen
- τον έχει βάλει στο μάτι
- er hat es auf ihn abgesehen
- δε μου γεμίζει το μάτι
- es gefällt mir nicht so sehr
- έχω κάποιον σαν τα μάτια μου
- jdn wie seinen Augapfel hüten
- έχω τα μάτια μου ανοιχτά/τέσσερα/δεκατέσσερα
- die Augen aufhalten
- τα μάτια σου τέσσερα!
- pass auf!, halt die Augen offen!
- έχω τα μάτια μου παντού
- seine Augen überall haben
- τον πήρε το μάτι μου στη συνεδρίαση
- ich habe ihn auf der Sitzung gesehen
- δεν κλείνω μάτι (όλη τη νύχτα) (δεν κοιμάμαι)
- (die ganze Nacht) kein Auge zutun
- για τα μάτια του κόσμου
- (nur) zum Schein
- μάτια μου!
- Liebling!
- μάτια/ματάκια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται παροιμ
- aus den Augen, aus dem Sinn
- σχιστά μάτια
- Schlitzaugen ουδ πλ
- αβγά ουδ πλ μάτια
- Spiegeleier ουδ πλ
2. μάτι (φυτού):
- μάτι
- Knospe θηλ
- μασχαλιαίο μάτι
- Achselknospe θηλ
- πλευρικό μάτι
- Seitenknospe θηλ
3. μάτι (κουζίνας):
- μάτι
- Kochplatte θηλ
- ηλεκτρικό μάτι
- Kochplatte θηλ
4. μάτι (στο πλέξιμο):
- μάτι
- Masche θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλευρικό μάτι
- Seitenknospe θηλ
- μασχαλιαίο μάτι
- Achselknospe θηλ
- ηλεκτρικό μάτι
- Kochplatte θηλ
- γυαλίζει το μάτι του
- einen irren Blick haben
- θόλωσε το μάτι μου
- ich habe mich schwarzgeärgert