στο λεξικό PONS
μάθημα [ˈmaθima] SUBST ουδ
1. μάθημα (σε σχολή):
- μάθημα
- Unterricht αρσ
- κάνω μαθήματα ηθικής σε κάποιον
- jdm eine Strafpredigt halten
- ιδιαίτερα μαθήματα
- Privatunterricht αρσ ενικ
- σειρά θηλ μαθημάτων
- Kurs αρσ
- βραδινά μαθήματα
- Abendkurs αρσ ενικ
- απογευματινά μαθήματα
- Nachmittagskurs αρσ ενικ
2. μάθημα (σε βιβλίο):
- μάθημα
- Lektion θηλ
3. μάθημα (εμπειρία, διδασκαλία):
- μάθημα
- Lehre θηλ
- αυτό του έγινε μάθημα
- daraus hat er gelernt
- να σου γίνει μάθημα!
- das soll dir eine Lehre sein!
- παίρνω μάθημα από ένα λάθος μου
- aus einem Fehler lernen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αυτό του έγινε μάθημα
- daraus hat er gelernt
- να σου γίνει μάθημα!
- das soll dir eine Lehre sein!
- το πάθημα μάθημα παροιμ
- aus Fehlern lernt man
- τι ώρα αρχίζει το μάθημα;
- um wie viel Uhr fängt der Unterricht an?
- παίρνω μάθημα από ένα λάθος μου
- aus einem Fehler lernen