στο λεξικό PONS
ευσεβ|ής <-ής, -ές> [ɛfsɛˈvis] ΕΠΊΘ
- ευσεβής
- fromm
- ευσεβής πόθος
- frommer Wunsch αρσ
- … αποτελεί ευσεβή πόθο
- … ist nur ein frommer Wunsch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ευσεβής πόθος
- frommer Wunsch αρσ